<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d11938511\x26blogName\x3dVjay\x27s+club\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLACK\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://vjockey.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3den_US\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://vjockey.blogspot.com/\x26vt\x3d2063663167565333136', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Vjay's club

Friday, September 30, 2005

Jackie Mittoo

Γεννημένος το 1948 στο Browns Town της Τζαμάικα, ο Jackie Mitto ήταν ένας πραγματικός gentleman (και αφανής ήρωας) της Τζαμαϊκάνικης μουσικής, αλλά και ένας πολύ ταλαντούχος οργανίστας, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εδραίωση της Reggae, τόσο ως μέλος των Skatalites (τους οποίους ίδρυσε στα 15 του, μαζί με άλλους μουσικούς του περίφημου Fedral Studio το 1963), όσο και ως solo καλλιτέχνης.

Έχοντας μάθει πιάνο από την ηλικία των τεσσάρων ετών στο πλευρό της γιαγιάς του που ήταν καθηγήτρια μουσικής, ο Jackie προσκολλήθηκε στον «έμψυχο» ήχο του Hammond organ. H απλοϊκή και συνάμα υπνωτιστικκή προσέγγισή του στο Ska, το Rocksteady και τη Reggae, με τα στακάτα μπάσα και τις αέρινες στριγκλιές του οργάνου, έκαναν τον ήχο του ιδιαίτερα ξεχωριστό και ευδιάκριτο. Έναν ήχο που θα επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό τα διάφορα μουσικά ιδιώματα της Τζαμάικα.

Απόηχους από το στιλ του Mittoo μπορεί να διακρίνει κανείς στην εισαγωγή του μεγαλειώδους “Exodus”, του Bob Marley και των Wailers.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και αφού είχε διευθύνει το θρυλικό Studio One, από το 1965, μετανάστευσε στο Τορόντο του Καναδά, όπου συνέχισε να ηχογραφεί με παραγωγό τον Bunny “Striker” Lee του Studio One, αλλά και να προμοτάρει καναδικές reggae μπάντες, μεταξύ των οποίων και οι Earth, Wind and Fire (εχμ... σχεδόν reggae).

Πέθανε από καρκίνο το 1990 και ετάφη στο Kingston. Μετά την κηδεία του ακολούθησε ένα τεράστιο γλέντι με τα μεγαλύτερα ονόματα της Reggae.

Μικρά ηχητικά δείγματα του Jackie Mittoo, εδώ

Thursday, September 29, 2005

Big Μάδερ


Ευελπιστώ πως όταν το ίδιο το concept αυτοσαρκάζεται, αυτό θα σημάνει το τέλος του. (whatever is clever...)

Monday, September 26, 2005

Wild @ Heart


- I love you, Lula!
- I love you, Sailor...


Πρωτοείδα το Wild at Heart του D. Lynch το 1990, σε ηλικία 16 ετών. Δεν άντεξα. Ένα τέταρτο ήταν αρκετό για να σηκωθώ και να φύγω τρέχοντας από την "Αλέκα", στου Ζωγράφου. Το ίδιο βράδυ νοίκιασα από το Video Club της γειτονιάς το Re-Animator και το είδα δύο απανωτές φορές για να έρθω στα ίσια μου.

(...)

Από το 2000 την έχω ξαναδεί δυο-τρεις φορές, με τελευταία την προχθεσινή προβολή της από το Star.
Οι τίτλοι του τέλους με βρήκαν και πάλι βουρκωμένο.

na·ive·té


...ακόμα κι ανάμεσα από τα πιο σφιχταγκαλιασμένα 'γρανάζια' βρίσκει χώρο να κυλήσει η ζωή.

Wednesday, September 21, 2005

Mea coolpix...


(cyber)shooting

Τον τελευταίο καιρό - και συγκεκριμένα από τότε που ήρθε στον κόσμο η κόρη μας - ψάχνω να βρω μια καλή ψηφιακή φωτογραφική μηχανή για να διασώσω μερικές μικρές στιγμές της -διαψεύδοντας το Σταμάτη Ζαμπονάκη-Σπανουδάκη που είπε για "τη στιγμή που περνά και χάνεται"- αλλά και για λίγο πιο επαγγελματικές χρήσεις.

Αναζητώντας απόψεις άλλων ερασιτεχνών και επαγγελματιών, σε αμέτρητα posts ελληνικών και ξένων fora αλλά και σε sites με συγκριτικές δοκιμές, έπεσε το μάτι μου στη διαπίστωση ενός μέλους του ελληνικού πολυσυλλεκτικού site Digital Photography.

Σε γενικές γραμμές έλεγε ότι ο φωτογράφος του 1960 αγόραζε ένα σώμα φωτογραφικής κι ένα φακό και περνούσε με αυτά 30 χρόνια. Σήμερα αλλάζουμε εξοπλισμό κάθε εξάμηνο.

Εντάξει ακούγεται λίγο υπεραπλουστευμένο, μοιρολατρικό και θυμίζει κάτι από "τι καλά τότε που είχαμε λάμπες πετρελαίου", αλλά βγαίνοντας στη γύρα για να αγοράσω ψηφιακή ένιωσα λιγάκι παγιδευμένος σε μια λούπα επίπλαστων "τεχνολογικών καινοτομιών" (όπως αρέσκονται να γράφουν στα φυλλάδιά τους οι εταιρείες).

Megapixel (που αυξάνονται και εθίζουν), CCD, CMOS, prosumer, D-SLR. Όροι και κατασκευάσματα που κάνουν την ενασχόληση με τη φωτογραφία να ακούγεται και να φαίνεται σαν το Battlestar Galactica.

Meanwhile, οι πιστωτικές αναστενάζουν...

Αλήθεια, εσείς με τί φωτογραφική σταματάτε το χρόνο;

Tuesday, September 20, 2005

Τα Κορίτσια


Τα κορίτσια ξενυχτάνε μόνα ή δυο-δυο.


Αμέτοχος τις κοιτάζω κατά τη διάρκεια του θηλασμού -4 το ξημέρωμα- να αναπτύσσουν μια αδιάρρηκτη σχέση μεταξύ τους...
Μια σχέση που δεν χωράει τρίτους.

Monday, September 19, 2005

Benito Jacovitti

Σαλάμια που περπατάνε, σκουλήκια που μιλάνε, φιγούρες ευλύγιστες σαν από καουτσούκ, άλογα με δύο και αναβάτες με τέσσερα πόδια, άφθονο πιστολίδι σε ένα σουρεαλιστικό φαρ-ουέστ και στο κέντρο όλων αυτών, ο αξέχαστος ήρωας Κοκομπίλ. Ένας ανατρεπτικός καουμπόι που πίνει μόνο χαμομήλι και έχει το μοναδικό άλογο που καπνίζει. Ένας 'αναρχικός' αντίποδας στα σπαγγέτι γουέστερν και τον Λούκι Λουκ που χαρακτήρισαν κομμάτι της μαζικής κουλτούρας του '60 και του '70.

Πίσω από αυτόν τον υπέροχο ήρωα, που στοιχειώνει ευχάριστα το υποσυνείδητο των 30something, βρίσκεται ο δημιουργικότατος Ιταλός Καλλιτέχνης Benito Jacovitti.

Γεννημένος το 1923 στο Termoli, της επαρχίας Campobasso, ξεκίνησε να δημοσιεύει τη δουλειά του σε ηλικία 16 ετών, στην εβδομαδιαία εφημερίδα "Il Brivido". Συνεργάστηκε με αναρίθμητες εφημερίδες και περιοδικά για πάνω από πέντε δεκαετίες, δημιουργώντας πολύ επιτυχημένα comic strips και χαρακτήρες και το Μάρτη του 1957 η οργιώδης φαντασία του γέννησε (κατόπιν "φυσιολογικού" τοκετού) τον Cocco Bill και το σύμπαν του, στην εφημερίδα "Il Vittorioso".
Μέσα σε αυτό το σύμπαν ο Jacovitti κατάφερε να απεικονίσει τον εαυτό του και την τρέλλα που κουβαλούσαν οι καταστάσεις της καθημερινής του ζωής, αλλά με μια "γουέστερν" οπτική γωνία.
Στις μεγάλες αγάπες της ζωής του -εκτός από το φαρ-ουεστ- συγκαταλέγονταν τα μεγάλα πούρα, ο ζεστός μεσογειακός ήλιος, τα ξανθά λυγερόκορμα κορίτσια, η τζάζ, αλλά πάνω απ' όλα η γυναίκα του Floriana και η κόρη του Sylvia.

Άφησε το "μάταιο ετούτο κόσμο" (αγαπημένη φράση από τη μετάφραση του Κοκομπίλ στα Ελληνικά) το Δεκέμβρη του 1997.


Δουλειά του Benito Jacovitti καθώς και άλλων 78 πολύ σημαντικών καλλιτεχνών (Wolinski, Crepax κ.α.) εκτίθεται από 22 έως 25 Σεπτεμβρίου στην κεντρική έκθεση του 10ου Φεστιβάλ Κόμικς (φετινός τίτλος "Αόρατοι"), που διεξάγεται όπως κάθε χρόνο στο Γκάζι.

Friday, September 16, 2005

Το μεγαλείο ενός Σερ(ζ)

Ό,τι και να πει κανείς γι’ αυτή τη μοναδική περίπτωση μουσικού, ποιητή, σκηνοθέτη, γελωτοποιού και αμπελοφιλόσοφου θα έχει ήδη ακουστεί από τον ίδιο τον Serge Gainsbourg, στο διάβα μιας πολυτάραχης ζωής και μιας εξίσου εγωκεντρικής καριέρας.

Γιος ενός Ρώσο-Εβραίου μουσικού που μετανάστεψε με τη γυναίκα του στο Παρίσι μετά την επανάσταση του 1917, ο Serge γεννήθηκε το 1928 με το όνομα Lucien Ginsbourg. Στράφηκε σχεδόν αυτόματα στις καλές τέχνες –όταν ήρθε εκείνη η ώρα- αλλά σύντομα τον κέρδισε η μουσική με τη μορφή ενός πιάνου και μιας κιθάρας στα οποία αφιέρωνε τις περισσότερες ώρες της ημέρας του.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 κέρδιζε τα προς το ζην σαν πιανίστας αλλά και σαν ζωγράφος διαφημιστικών μαρκιζών για το σινεμά. Τελικά, ακολουθώντας τη συμβουλή του πατέρα του για μια πιο σταθερή δουλειά (όπως... κάθε γονιός θα συμβούλευε το παιδί του!) εργάστηκε ως resident πιανίστας στο Καμπαρέ Milord l’ Arsouille στην περιοχή Palais Royal. Εκεί γνωρίστηκε με τον Μπορίς Βιαν. (Μια σκηνή στην οποία θα ήθελα να ήμουν παρών, to be honest). Ο ένας διέκρινε στον άλλον ένα απίστευτα ανήμερο ταλέντο που, συνοδευόμενο από λίγο κωλοπαιδισμό και κυνισμό, έφτιαχνε την τέλεια καλλιτεχνική φόρμουλα που θα εξέφραζε τη Γαλλική post-war κοινωνία και θα άφηνε πίσω τον γλυκερό λυρισμό του chançon.

Σε αυτή τη γνωριμία έχουν τη ρίζα τους κοντά 200 τραγούδια, 40 soundtracks, τέσσερις ταινίες ("Je t'aime... moi non plus", "Equateur", "Charlotte For Ever" και "Stan The Flasher"), ο πιο επιδραστικός για την Ευρωπαϊκή μουσική δίσκος: το “Histoire de Melody Nelson” (trip-hop 25 χρόνια πριν το...βαφτίσουν έτσι) και μια συνεργασία με τους Robby Shakespeare, Sly Dunbar και Rita Marley για τις ανάγκες μιας reggae εκτέλεσης της Μασσαλιώτιδας.

Ταυτόχρονα, όμως, πολλαπλασιάστηκε και αυτή η εμμονή με την πάρτη του που, συνδυασμένη με τις πιπεράτες λεπτομέρειες της ζωής του-γυναίκες, παιδιά, αλκοόλ, ναρκωτικά, partouses- και την κλίση του στην αφήγηση τον έκανε έναν ακόμα ψιλο-μαϊντανό της Γαλλικής κοινωνίας του θεάματος, από τη δεκαετία του ’80 μέχρι και τον θάνατό του από καρδιακή προσβολή στις 2 Μαρτίου του 1991.

Για το παρα...τράγουδο "Je t'aime... moi non plus", ούτε κουβέντα!

Tuesday, September 13, 2005

Γλυκέ μου τύραννε


Γλυκέ μου τύραννε
να μην ξημέρωνε
και όλη τη βραδιά
να σ’ έχω αγκαλιά.


...από τις φορές που το αυτονόητο μετατρέπεται σε ανεξάντλητη πηγή χαράς. Είμαι ακόμα εδώ!

Tuesday, September 06, 2005

Jah love, protect us!


Ο γνωστός λήσταρχος Λαζγουέλης (Bill Laswell) που εκτός των άλλων είναι μπασίστας και γητευτής της κονσόλας, μαζί με τον παραγωγό του Marley (και ιδιοκτήτη της Island Records), Chris Blackwel, βρέθηκαν μαζί στη Τζαμάϊκα το 1997 έχοντας στην κατοχή τους τα περισσότερα από τα master των ηχογραφήσεων του θρύλου της reggae.

"Ας κάνουμε ένα project αφιερωμένο στον Bob, τόσα tapes γιατί να πηγαίνουν χαμένα;" Λέει ο έμπορος.
"Ναί! Καλή ιδέα! Θα το κάνουμε Ambient dubwise!", απαντά ο καλλιτέχνης.

Αποτέλεσμα; Το σχεδόν αριστουργηματικό "Dreams of Freedom: Ambient Translations of Bob Marley in Dub", που χρωμάτισε και ξαναζωντάνεψε μερικά από τα χαρακτηριστικότερα τραγούδια αυτού του σπουδαίου άνδρα της Μουσικής και συντροφεύει- "τρέφοντάς" το- το υποσυνείδητο της κορούλας μου, όταν αυτή κοιμάται.

Tracklist:
1. Rebel Music (3 O'Clock Roadblock)
2. No Woman No Cry
3. The Heathen
4. Them Belly Full (But We Hungry)
5. Waiting In Vain
6. So Much Trouble In The World
7. Exodus
8. Burnin' And Lootin'
9. Is This Love
10. One Love (People Get Ready)
11. Midnight Ravers


ΥΓ. Και κάτι που σας ενδιαφέρει: Να με χαίρεστε, σήμερα έκλεισα τα 31!

Saturday, September 03, 2005

Music for Airports


Γέρνουν τα ματόκλαδά της και ο Μορφέας εμφανίζεται επάνω στο άρμα του.
Απαλά προσγειώνεται με απλωμένα τα φτερά και φυσά με την ψυχρή του ανάσα για να ανασηκώσει τη λεπτεπίλεπτη ολοκαίνουρια ψυχή της.

Διάφανη είναι η μουσική που ακούγεται τότε:


Είναι το AMBIENT 1 - Music for Airports του Brian Eno - έτος κυκλοφορίας 1978 (μια τυχαία σειρά από νούμερα, αφού θα μπορούσε να είχε εκδοθεί το 8791 - προ ή μετά Χριστόν, δεν έχει και πολλή σημασία).

Εμπνευσμένο ως μια ατέρμονη μουσική επένδυση / ηχητική εγκατάσταση για αεροδρόμια, που έχει στόχο να εξουδετερώνει την ένταση και να διαλύει το συσσωρευμένο άγχος που γεννούν οι χώροι αυτοί, χρησιμοποιήθηκε γι' αυτόν ακριβώς το λόγο από το Αεροδρόμιο La Guardia της Νέας Υόρκης.

Track / Side
"1/1" : Acoustic piano, electric piano and synthesizer - 16:39
"2/1" : Vocals only. - 8:25
"1/2" : Vocals and acoustic piano. - 11:36
"2/2" : Synthesizer only. - 9:38